Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

Simone de Beauvoir : η "παραστρατημένη" κόρη

Η Συλβί Τισσό στο άρθρο της στην Monde Diplomatique με αφορμή την συμπλήρωση 106 χρόνων από την ημερομηνία γέννησης της Σιμόν ντε Μπωβουάρ, αναρωτιέται προβληματισμένη ποια τελικά είναι η κυρίαρχη αναπαράσταση για το πρόσωπο της φιλοσόφου. Μήπως η επιμονή των ΜΜΕ στην εστίαση των πτυχών της προσωπικής της ζωής υποβαθμίζει εν τέλει το ενδιαφέρον για το φιλοσοφικό της έργο;



Αναδημοσίευση από άρθρο της Αλίκης Κοσυφολόγου (πηγή στο τέλος)
 
Πηγή του προβληματισμού ο τίτλος και το περιεχόμενο του αφιερώματος που επέλεξε να της κάνει το σημαντικό γαλλικό περιοδικό Nouvelle Observateur το 2008 με αφορμή τότε την συμπλήρωση 100 χρόνων από την γέννηση της. Το εν λόγω δημοσίευμα είχε τίτλο “Simon de Beauvoir. La scandaleuse”, δηλαδή σε ελεύθερη μετάφραση «Σιμόν ντε Μπωβουάρ: Η πέτρα του σκανδάλου».

Simone-de-Beauvoir-6
Όπως σημειώνει η Τισσό κεντρικές αιχμές του αφιερώματος υπήρξαν η μακρόχρονη σχέση της με τον υπαρξιστή φιλόσοφο Ζαν–Πολ Σαρτρ, ενώ γίνονται αναφορές και σε άλλες ερωτικές της σχέσεις. Μάλιστα στο άρθρο δημοσιεύονται και αυτούσια αποσπάσματα και από επιστολές που έστελνε η ίδια σε ερωτικούς της συντρόφους.

Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο η εικόνα που πλάθει αυτού του τύπου η ρεπορταζιακή αφήγηση για την Σιμόν Ντε Μπωβουάρ, έρχεται να ανταποκριθεί στο πρότυπο της μοιραίας γυναίκας–γυναίκας αράχνης, που άλλοτε καταβροχθίζει τους εραστές της κι άλλοτε υποτάσσεται σ αυτούς, πάντα με εξαίσιο στυλ και απαράμιλλη γοητεία. Όμως κάπου εκεί η συζήτηση για τη Σιμόν–Femme Fatale και την Σιμόν–fashion icon παραμερίζει το ενδιαφέρον για την διαχρονικά επίκαιρη θεωρητική της δουλειά και την φεμινιστική της συγκρότηση.

Τι είναι όμως αυτό που μπορεί να συγκροτεί αυτήν την διάθεσης μετατόπισης του συλλογικού ενδιαφέροντος για την εμβληματική φεμινιστική θεωρία της Σιμόν ντε Μπωβουάρ και την υπόλοιπη συνεισφορά της στον μεταπολεμικό φιλοσοφικό στοχασμό στα θέματα της προσωπικής της ζωής; Γιατί αντί να μιλάμε για τον φιλοσοφικό, κοινωνικό και πολιτικό αντίκτυπο του «Δεύτερου Φύλου» έχουμε φτάσει να συζητάμε για την ας πουμε «εμβληματική της κουαφ»;

Χωρίς πολλές περιστροφές αυτός ο προβληματισμός μπορεί να μας οδηγήσει σε ένα «γρήγορο» άλλα όχι εντελώς αβάσιμο συμπέρασμα: η κυρίαρχη αναπαράσταση της Σιμόν ντε Μπωβουάρ περισσότερο ως «ποπ ειδώλου» και λιγότερο ως μιας εκ των σημαντικότερων στοχαστών του 20ου αιώνα αφενός εξυπηρετεί τη λείανση της ριζοσπαστικής εικόνας της στρατευμένης φεμινίστριας επιλύοντας έτσι το πρόβλημα της πραγματικής αποταύτισης της από τα κυρίαρχα πρότυπα κανονιστικής θηλυκότητας και αφετέρου συμβάλλει στην καλύτερη απόκρουση του «φεμινιστικού κινδύνου», ΦΟΡΕΑΣ του οποίο υπήρξε μεταξύ άλλων και η Μπωβουάρ.

Μέσα στο πλαίσιο αυτού του προβληματισμού και με γνώμονα τις πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις της φιλοσοφικής της σκέψης αναδιατυπώνουμε το κεντρικό ερώτημα από το «Ποιά πραγματικά ήταν η Σιμόν ντε Μπωβουάρ;» στο «Γιατί η φιλοσοφική πορεία της Σιμόν ντε Μπωβουάρ υπήρξε τόσο πολιτικά και κοινωνικά σημαντική;»

Η καλή ανατροφή απέναντι στην πρόκληση της κοινωνικής χειραφέτησης

Η ίδια στην αρχή του αυτοβιογραφικού κειμένου «Οι αναμνήσεις μίας καθωσπρέπει κόρης», το οποίο αποτελεί το πρώτο μέρος μίας τετραλογίας ημερολογίων της Μπωβουάρ, η ίδια αναφέρει ότι η μοναδική συγκεχυμένη εντύπωση που κουβαλά από τα πρώτα χρόνια της ζωής της είναι αυτή του «του κόκκινου, του μαύρου και του ζεστού».

Στο σπίτι λοιπόν της οδού Ρασπαιγ, με τα λακαρισμένα λευκά έπιπλα, το κόκκινο χαλί και τις κόκκινες βελούδινες κουρτίνες η Σίμον ντε Μπωβουάρ έκανε τα πρώτα της βήματα ως η πρωτότοκη κόρη μιας μάλλον μεσοαστικής οικογένειας. Μέσα στην οικογενειακή θαλπωρή, χωρίς μεγάλες στερήσεις και με οδηγό την γκουβερνάντα της Λουίζ η νεαρή Σιμόν διαμόρφωσε τις πρώτες αντιλήψεις της για τον κόσμο. Πολύ νωρίς έδειξε την ευφυΐα της και τη συνθετική της σκέψη και ενθαρρυμένη από το προοδευτικό οικογενειακό της περιβάλλον έδωσε έμφαση στα μαθηματικά και στη φιλοσοφία.

Η οικογενειακή μετακόμιση σε ένα μικρότερο και λιγότερο πολυτελές διαμέρισμα στην οδό Ρεν, εξαιτίας της χρεωκοπίας του παππού της, δεν ανέκοψε την φόρα των σχολικών της επιδόσεων. Όπως ομολογούσε η ίδια δεν είχε ακόμη συμπληρώσει  τα 15 της χρόνια όταν αποφάσισε ότι θα αφοσιώσει τη ζωή της στο διανοητικό στοχασμό και στη συγγραφή.

Simone-de-Beauvoir-4
Αφού αρίστευσε στο Μπακαλορεά της, συνέχισε τις σπουδές στα μαθηματικά στο Καθολικό Ινστιτούτο του Παρισιού και φιλολογία στο Ινστιτούτο Αγία Μαρία του Νειγί, ενώ συνέχισε μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές στη φιλοσοφία στη Σορβόννη, όπου και έγραψε τη διατριβή της αναφορικά με τον Λάιμπνιτζ.

Μαζί με τους Μερλώ-Ποντί καθώς τον Λεβι Στρως εργάστηκαν στα ίδια ιδρύματα δευτερόβαθμιας εκπαίδευσης συμπληρώνοντας τις προαπαιτούμενες ώρες της πρακτικής τους άσκησης στη διδασκαλία. Λίγο αργότερα παρακολούθησε μαθήματα και στην περίφημη Ecole Normale του Παρισιού , στο πλαίσιο της προετοιμασίας της για τις απαιτητικές εξετάσεις (agrégation) που θα της έδιναν το δικαίωμα να διδάσκει φιλοσοφία στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Κατά τη διάρκεια της παρουσίας της εκεί γνωρίστηκε με τους Ζαν-Πολ Σαρτρ, Πολ Νιζάν και Ρενε Μαχώ. Αξίζει να σημείωθει ότι στα 21 της χρόνια έγινε το νεότερο άτομο που είχε ποτέ κατορθώσει να περάσει και να αριστεύσει σ' αυτό το τόσο απαιτητικό σύστημα εξέτασης.

Αναμφίβολα, η αντισυμβατική συντροφική σχέση που διατήρησε τον Ζαν Πολ Σάρτρ μέχρι το τέλος της ζωής και των δύο υπήρξε καταλυτική για τις φιλοσοφικές τους αναζητήσεις ενώ συνεισέφερε σημαντικά στη δημιουργία και στην διατήρηση μίας ανήσυχης συντροφιάς διανοούμενων, οι εργασίες των οποίων ανανέωσαν την φιλοσοφία, την πολιτική επιστήμη, την κοινωνιολογία και την ψυχανάλυση οδηγώντας τους σε ριζοσπαστικές τοποθετήσεις αναφορικά με τα πιο επίκαιρα κοινωνικά ζητήματα της περιόδου.

Μάλιστα, από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου κι έπειτα η Μπωβουαρ επέκρινε με σφοδρότητα τις καπιταλιστικές κυβέρνησεις, ενώ είχε εκφράσει ανοιχτά την υποστήριξη της στην Σοβιετική Ένωση και στην Κίνα.

Η λογοτεχνία ως προθάλαμος του φιλοσοφικού της στοχασμού

Τα πρώτα της έργα από το “L’invitee” το οποίο στα Αγγλικά μεταφράστηκε ως “She came to stay” (1943) αλλά και τα επόμενα μεταξύ των οποίων το «Αίμα των άλλων» (1945) και το «Όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί» (1946) είχαν τη μορφή μυθοπλασίας αν και δεν υστερούσαν σε φιλοσοφικές αναφορές.

Επιπλέον, η Μπωβουαρ ποτέ δεν αρνήθηκε την χρησιμότητα της προσωπικής της κοινωνικής της εμπειρίας ως πηγής έμπνευσης για τον φιλοσοφικό στοχασμό και τη συγγραφή. Υπό αυτή την έννοια κάποια από αυτά τα κείμενα περιείχαν και αυτοβιογραφικά στοιχεία, ή τέλος πάντων είχαν την αφετηρία τους εκεί.

Tαυτόχρονα δούλευε αμιγώς φιλοσοφικά κείμενα και σύντομα αναδείχθηκε σε μία από τις σημαντικότερες εκπροσώπους του γαλλικού ρεύματος του υπαρξισμού (βλ κείμενα όπως το Pour une morale de l΄ambiguïté του 1947). Αναμφίβολα, την στοχαστική της οξύνοια τροφοδότησε η από κοινού με τους Σαρτρ, Μερλώ – Ποντί κι άλλους ίδρυση του αριστερού πολιτικού περιοδικού «Μοντέρνοι Καιροί», στην αρχισυνταξία του οποίου παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής της.

Simone-de-Beauvoir-3

Γι' αυτό που δε γεννιέται, αλλά γίνεται…

Η θορυβώδης δημοσίευση του Δεύτερου Φύλου (1949) προαναγγέλθηκε μέσα από δημοσιεύσεις αποσπασμάτων του βιβλίου στους «Μοντέρνους Καιρούς». Αρχικά, παρά τις επιφυλάξεις το κείμενο αναγνωρίστηκε ως μία καλά τεκμηριωμένη φεμινιστική προσέγγιση του γαλλικού υπαρξισμού, ωστόσο η εμφάνιση του στις προθήκες των γαλλικών βιβλιοπωλείων τον Ιούνιο του 1949 δεν προμήνυε την πολλαπλότητα των κοινωνικών ανατροπών που θα υποκινούσε, ούτε την εμβέλεια αλλά και τον εντυπωσιακό διαχρονικό του αντίκτυπο ως θεωρητικού κειμένου. Το βιβλίο γρήγορα μεταφράστηκε στα αγγλικά, αλλά δεν ευτύχησε να δει πραγματικά πιστή μετάφραση πριν από την συμπλήρωση των εξήντα χρόνων από την πρώτη έκδοση του.

Συνεπής προς τις θεμελιακές αρχές του υπαρξισμού και της φαινομενολογίας ως φιλοσοφικών ρευμάτων από τα οποία προερχόταν η Μπωβουάρ και ταυτόχρονα αναστοχαστική αναφορικά με την υπόθεση του υπαρξιακού υποκειμένου, θέτοντας πάντα την διαδικασία της συγκρότησης έμφυλης ταυτότητας μέσα στο πλαίσιο των ιστορικων, πολιτικών, κοινωνικών και πολιτισμικών διεργασιών.

Με την εγελιανή διαλεκτική στο φόντο στο επίκεντρο του προβληματισμού που ανέπτυξε αναδεικνυόταν η διαδικασία του ορισμού της γυναίκας/γυναικείας ταυτότητας ως Άλλου/αυτού που δεν είναι άνδρας, ο οποίος τελικά ορίζεται ως Εαυτός. Μέσα σ αυτό το πλαίσιο ο άνδρας – Εαυτός ως πλήρης και «συνεκτικός» εκπαιδεύεται να απολαμβάνει τα προνόμια της διανοητικής ζωής, ενώ ο Άλλος, δηλαδή αυτό που αντιπροσωπεύει την Εμμένεια (γυναίκα) καθηλώνεται στη σωματικότητα και στις βιολογικές ανάγκες.

Με άλλα λόγια το περίφημο «γίνεται, δε γεννιέται» αποτελεί το πραγματικό θεμέλιο του κυρίαρχου πατριαρχικού πολιτισμού νομιμοποιώντας τη γυναικεία υποτέλεια μέσα από την επίκληση στη φυσική της προδιαγραφή.

Αναπόφευκτα το Δεύτερο φύλο διαμόρφωσε το πεδίο για πολύ έντονες και γόνιμες συζητήσεις στο φεμινιστικό κίνημα θέτοντας το ζήτημα της συγκρότησης της γυναικείας υποκειμενικότητας ως τέτοιας μέσα στο πλαίσιο των κυρίαρχων κοινωνικών σχέσεων και κατά συνέπεια έβαλε τις βάσεις για την διατύπωση της εξαιρετικά κρίσιμης έννοιας της κοινωνικής κατασκευής του φύλου.

Ο κοινωνικός αντίκτυπος…

Δε θα ήταν υπερβολή να ειπωθεί ότι το κείμενο αυτό όχι μόνο εισήγαγε το δεύτερο ριζοσπαστικό κύμα του φεμινισμού, αλλά και ότι συνέβαλε με την ενίσχυση του κλίματος αμφισβήτησης του κυρίαρχου κοινωνικού και έμφυλου καταμερισμού στην «εκπυρσοκρότηση» μια σειράς πολιτικών αγώνων και κοινωνικών εξεγέρσεων.

Οι φεμινιστικοί αγώνες των δεκαετιών εξήντα κι εβδομήντα στην Ευρώπη αλλά και στις ΗΠΑ μέσα στην ετερογένεια τους και δεδομένων των διαφορετικών ιστορικών και κοινωνικών συμφραζόμενων με τα οποία περιβλήθησαν αντλούσαν την έμπνευση αλλά και τη δυναμική από το καταστατικό θεμέλιο της αμφισβήτησης της ουσιοκρατίας του «φυσικού» φύλου.

Η διεύρυνση της απήχησης της έννοιας του φεμινισμού αλλά και η ρητή ταύτιση της με συλλογικούς αγώνες για κοινωνική και πολιτική χειραφέτηση, επανανοηματοδότησε το περιεχόμενο πλαταίνοντας ολοένα και περισσότερα τα όρια της και ταυτίζοντας την τύχη της φεμινιστικής υπόθεσης με εκείνη του ΛΟΑΤΚΙ κινήματος.

Simone-de-Beauvoir-7

Ο κινηματογράφος και η Σιμόν ντε Μπωβουάρ

Λογοτεχνικά κείμενα της Σιμόν ντε Μπωβουάρ έχουν μέχρι στιγμής τροφοδοτήσει τη δημιουργία κινηματογραφικών ταινιών, όπως «Το αίμα των άλλων» βιβλίο του 1945, το οποίο μετέφερε στην μεγάλη οθόνη ο Κλοντ Σαμπρόλ το 1984 ή το « Όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί», βιβλίο του 1946, το οποίο το 1995 ενέπνευσε το σενάριο του φιλμ «Όλοι οι άντρες είναι θνητοί» του Ειτ ντε Γιονγκ.

Επίσης το 2006 γυρίστηκε η ενδιαφέρουσα τηλεταινία με τίτλο «Οι εραστές του Φλορ» (“Les amants du Flore”) [3] σε σκηνοθεσία του Ιλαν Ντουράν Κοέν και με την γαλλίδα ηθοποιό Άννα Μουγκλαλίς να υποδύεται την Σιμόν ντε Μπωβουάρ. Ένα χρόνο αργότερα γυρίστηκε ντοκιμαντέρ με θέμα τη ζωή της Σιμόν ντε Μπωβουάρ σε σκηνοθεσία Ντομινίκ Γκρός (“ Simon de Beauvoir, Une femme actuelle”, Arte).

Aκόμη αναφορές στην προσωπικότητα και στην σκέψη της υπάρχουν σε δύο ταινίες που προβλήθηκαν στις αίθουσες το 2013: « Ο αφρός των ημερών» (“L ecume de Jours”) του Μισέλ Γκοντρί καθώς και το φιλμ “Violette” του Μαρτίν Προβοστ, το οποίο δε βρήκε διανομή στις ελληνικές αίθουσες.

Πηγή  rednotebook.gr  ,της Αλίκης Κοσυφολόγου

Thessaloniki Arts and Culture  http://www.thessalonikiartsandculture.gr/



Δεν υπάρχουν σχόλια: